13 Μαΐου 2016

Η Μετά-Μύκονος


Δημήτρης Ν. Μανιάτης

Μάιος 13, 2016


    Οι φωτογραφίες είναι του Δημήτρη Ν. Μανιάτη
Συχνάζω εδώ και καιρό σε ένα ολονύχτιο φαστφουντάδικο στο κέντρο της Αθήνας. Δεν είναι λίγες οι φορές που λαθρακούω συζητήσεις νεαρών (17-30). Στις περισσότερες υπάρχει πάντα η Μύκονος στο επίκεντρο. Και με πολλούς τρόπους. Είτε ως τρόπαιο ολιγοήμερων διακοπών είτε ως επιλογή μερικής ή πλήρους εργασίας για την καλοκαιρινή σεζόν είτε ακόμη και ως δυναμική ευκαιρία για ένα μικρό επιχειρηματικό σχέδιο. Αυτές οι ίδιες κουβέντες φανερώνουν το πολλαπλό είδωλο του νησιού-κοσμοδρομίου (ο όρος ανήκει στον τωρινό αναπληρωτή υπουργό Εξωτερικών και Μυκονιάτη, Νίκο Ξυδάκη) και ταυτόχρονα την επικάλυψη και διαστρωμάτωση των πολλών target group της. Η Μύκονος, διαταξική και δημοκρατική, τυραννική και ολιγαρχική, δεν αφήνει κανέναν έξω απ' το σχήμα των περίπου 90 ημερών του θέρους της.
Για να γνωριστούμε, αν έχει κάποια αξία: είμαι Μυκονιάτης από μάνα και πατέρα. Ξέρω το νησί με όλους τους τρόπους: ως ντόπιος, ως εργαζόμενος εκεί παλιότερα, ως περιηγητής, ως ξεναγός συναισθημάτων. Τη μέρα του. Τη νύχτα του (αυτήν πιο πολύ). Δεν μένω όμως στο νησί. Η αποστασιοποίηση των τελευταίων χρόνων μού επιτρέπει να τη βλέπω σαν ένας ενοχλητικός παρατηρητής. Ακόμη κι εγώ, πάντως, που κρατώ μια σχέση, δυσκολεύομαι να αποκωδικοποιήσω κάθε χρόνο τις μεταβολές της. Τη δυναμική εκείνη που της επιτρέπει να ανανεώνεται και να ενσωματώνει όλες τις τάσεις, τα τέρατα, τις υπερβολές. Και εδώ κρύβεται ένας βασικός λόγος της δημοφιλίας της. Η Μύκονος παραμένει νησί που απευθύνεται σε νέους. Συνήθως, και το γράφω εκ πείρας, οι προορισμοί παραμένουν δυναμικοί όταν επιλέγονται από νέους. Δεν είναι λίγοι οι πάλαι ποτέ δημοφιλείς και κοσμικοί τόποι που έμειναν στάσιμοι για ένα βασικό λόγο: τους εγκατέλειψαν οι νέοι. Και, αμφίδρομα, εκείνες οι επιχειρηματικές προτάσεις που θα προσέλκυαν νέους. Η Μύκονος ακόμη και σήμερα είναι ένας τόπος που έχει συναρμολογηθεί τουριστικά σαν «Κιβωτός νιότης». Αυτή είναι η μία πλευρά βέβαια. Είπαμε, ως πολλαπλό είδωλο, έχει πολλές.

Υπάρχει ας πούμε ένα νέο στοιχείο στα νεότερα χρόνια, αν και το νησί αλλάζει και μετασχηματίζεται ανά καλοκαίρι θεαματικά: το ξεχαρβάλωμα των μεσαίων στρωμάτων στην Ελλάδα «κατέβασε» τη Μύκονο στις πιο λαϊκές γειτονιές. Τώρα, η κοσμική αύρα που κάποτε ήταν ζητούμενο για λίγους, σήμερα είναι τρόπαιο για τους πολλούς. Και η κοσμικότητα διαστέλλεται ως όρος μαζί με το ίδιο το νησί˙ αν κοσμικότητα λογίζεται τόσο η πολυτελής διαμονή σε βίλα –ακόμη και ως φιλοξενούμενος– όσο και σε ενοικιαζόμενο δωμάτιο μέσα στη Χώρα˙ αν λογίζεται τόσο το να τρως για πέντε μέρες σουβλάκι ή κρέπα όσο το να δειπνείς στο Ling Ling - Hakkasan (τέως Φιλιππή). Η παλιά μποεμία των '70s, που είχε φτιάξει μια κομμούνα ανεμελιάς και που έφερε τρομερούς τύπους ανθρώπων, έδωσε τη θέση της στη μαζικοποίηση και την καχυποψία των '80s και '90s. Και ο μετακαπιταλισμός των '00s και του σήμερα έσπασε όλα τα παλιά στερεότυπα. Εκβιομηχάνισε την αθωότητα, «έσπασε» την εξωστρέφεια και την ανοχή, την τοπικότητα και τη σοφή γεωμετρία του τοπίου σε καταναλωτικά units.



Η Μύκονος πια δεν είναι αυτάρκες νησί με διατηρημένη τοπικότητα. Είναι μια δικτυωμένη πόλη νησιωτικού παρελθόντος, ένα «Σαλό» πυκνής και εκβιαστικής χαράς ή ματαιοδοξίας. Μια σκληρή μονάδα παραγωγής με ασύγκριτες υπηρεσίες για Τούρκους, Λιβανέζους, Αυστραλούς, Άραβες. Τώρα, το λευκό της χρώμα υποχωρεί. Όχι τυχαία, πολλές επιχειρήσεις-νέες αφίξεις επιλέγουν το μαύρο. Η Μύκονος κρατάει το λευκό της όχι ως δομικό στοιχείο μας παλιάς κοινοτικής ζωής, εναρμονισμένο με το κλίμα. Το κρατάει ως προέκταση της μικρής και μεγάλης επένδυσης. Οι θύλακοι τοπικότητας που επιβιώνουν κάτω απ' τη μαζική πίεση των χιλιάδων επισκεπτών, των ημικατοίκων που δηλώνουν Μυκονιάτες επειδή εργάζονται εδώ ως σερβιτόροι ή ως βίζιτες, των άκαρδων real estate και των ανθυπομαφιόζων που βλέπουν εδώ ένα μετα-Μπουρνάζι ή ένα μετα-Χονγκ Κονγκ, είναι απλά θύλακοι εξαίρεσης. Συχνά, εδώ γίνεται μια παρεξήγηση. Η άλγεβρα της πολυκοσμίας πυροδοτεί μια τάση που αναζητεί, κάτω από τους τόνους σολάριουμ, κόκας, πιοτού, παραλιών με πλωτές εξέδρες και δυνατής μουσικής, την «άλλη Μύκονο». Αυτό μπορεί να είχε ένα νόημα μέχρι και πριν από μια δεκαετία.
Σήμερα, που ακόμη και ο Φωκός ή η Μερχιά ανακαλύφθηκαν και υπερ-οικοδομήθηκαν, είναι τουλάχιστον αστείο να αναζητάς την «άλλη Μύκονο». Οι ντόπιοι κρατούν για τον εαυτό τους μερικά λιγοστά γλέντια ή συνάξεις, πανηγύρια και συνευρέσεις με μπουζούκια ή τσαμπούνες. Κι αυτά όμως δεν έχουν κάτι απ' την «άλλη Μύκονο» – η Μύκονος είναι μία, ενιαία και αδιαίρετη. Κι εδώ είναι, όπως είπαμε, η επιτυχία της. Όλοι έχουν γνώμη γι' αυτήν, όλοι νιώθουν κοινωνοί του τουριστικού θαύματός της που σχεδόν πια είναι global και υπερ-τοπικό. Στη Μύκονο πάνε πια δύο κατηγορίες ανθρώπων: αυτοί που θέλουν να έχουν εικόνα γι' αυτό που μισούν και αυτοί που μισούν αυτούς που τη μισούν χωρίς να έχουν εικόνα. Ρωτήστε και τα παιδιά στο φαστφουντάδικο της αρχής ετούτου του σημειώματος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου